William Kentridge, Jan Fabre, Bob Wilson

Τρεις σκηνοθέτες, τρεις παραστάσεις στην Αθήνα

2012 | 55‘ | Αθήνα

Η Εποχή των Εικόνων παρουσιάζει τρεις σημαντικούς εικαστικούς και σκηνοθέτες, με αφορμή τις παραστάσεις που έδωσαν το 2012 στην Αθήνα. Είναι ο William Kentridge / Γουίλιαμ Κέντριτζ, o Jan Fabre / Γιαν Φαμπρ και ο Bob Wilson / Μπομπ Γουίλσον. Η Κατερίνα Ζαχαροπούλου τους συναντά ξεχωριστά, με πρώτο τον W. Kentridge που μιλά για το έργο του Refuse The Hour την παραμονή της πρεμιέρας στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. Πρωταγωνιστής είναι ο ίδιος, σαν ένας σύγχρονος παραμυθάς, ο οποίος ξεκινά την αφήγησή του από τον μύθο του Περσέα για να καταλήξει στον Αϊνστάιν, στην έννοια του χωροχρόνου και στις μαύρες τρύπες. Ο W. Kentridge μιλά για την έννοια του χρησμού, της μαντείας και του αναπόφευκτου, δίνοντας ερμηνείες για τον τρόπο που χρησιμοποιεί αυτές τις μεταφορές στο έργο του. Η συζήτηση φέρνει στο προσκήνιο το έργο με το οποίο ο W. Kentridge συμμετείχε στη documenta (13) / 13η Ντοκουμέντα το  2012 με το έργο The Refusal of Time και τους συσχετισμούς με την παρούσα παράσταση στην Αθήνα. Οι αναφορές του εκτείνονται σε φιλοσοφικά, ιστορικά, υπαρξιακά επίπεδα, ενώ αποσπάσματα από το έργο του τεκμηριώνουν τη σκέψη του. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στον στενό συνεργάτη του, τον μουσικό και συνθέτη Philip Miller / Φίλιπ Μίλερ, που διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο σε πλήθος έργων του, όπως και στην παράσταση αυτή.

Στη συνέχεια του επεισοδίου βλέπουμε τον J. Fabre να μιλά με αφορμή τις δύο παραστάσεις του στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, διάρκειας 4 και 8 ωρών αντιστοίχως, με τίτλο «Η Δύναμη της Θεατρικής Τρέλας». Μιλά στην Κ. Ζαχαροπούλου για αυτά τα νεανικά του έργα που δημιουργήθηκαν τη δεκαετία του ’80 στα 23 του χρόνια και για το πώς τον οδήγησαν στις μετέπειτα δουλειές του, για τον πραγματικό χρόνο και την πραγματική δράση στον θεατρικό χώρο. Θεωρεί την εξαιρετικά μεγάλη διάρκεια των έργων του αποτέλεσμα της επίμονης δουλειάς του στην περφόρμανς και αναφέρεται στις σχέσεις παράδοσης και αβανγκάρντ, κλασικής και σύγχρονης τέχνης. Όπως και ο W. Kentridge, μιλά για τον χρόνο που κατακερματίζεται και επιταχύνει καθοριστικά την επικοινωνία και την αντίληψη. Μιλά ακόμη για τη μεγάλη διάρκεια και την επανάληψη ως ανάγκη κατανόησης του χρόνου. Μικρά αποσπάσματα της παράστασης συνοδεύουν τη συζήτηση.

Στο τελευταίο μέρος του επεισοδίου, η Κ. Ζαχαροπούλου συναντά τον B. Wilson με αφορμή τη θεατρική παράσταση «Οδύσσεια», που σκηνοθέτησε για το Εθνικό Θέατρο. Τον ρωτά για την προσέγγισή του στο έργο και εκείνος τονίζει τη σημασία που έδωσε στις σκηνές και στην αλληλουχία τους, στην κίνηση αρχικά και μετά στο κείμενο, θέλοντας να φτιάξει μια πιο αφαιρετική εκδοχή βασισμένη στην οπτική γλώσσα. Τονίζει το πώς αντιλαμβάνεται γενικότερα το θέατρο και υποστηρίζει  ότι βρίσκεται πιο κοντά στο αρχαίο ελληνικό θέατρο παρά στον νατουραλισμό και στο ψυχολογικό θέατρο. Στη συζήτηση παρεμβάλλονται   αποσπάσματα από το θεατρικό έργο καθώς εκείνος σχολιάζει ακόμη το θέμα της γλώσσας, την εμπειρία της συνεργασίας του με τους ΄Ελληνες ηθοποιούς, καταλήγοντας στο νόημα της Οδύσσειας, που είναι η συνεχής πορεία, έτσι όπως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται.